ἔμβρωμα

ἔμβρωμ-α, ατος, τό,
A that which is eaten away, ἔ. ὀδόντος cavity in a tooth, Dsc.1.77.
II meal, snack,

ἔ. πρωϊνόν Ath.1.11c

, cf. Sor.1.40.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμβρωμα — ἔμβρωμα, το (Α) το πρόγευμα αρχ. το φθαρμένο, το φαγωμένο από την πολλή χρήση …   Dictionary of Greek

  • ἔμβρωμα — that which is eaten away neut nom/voc/acc sg ἔμβρωμος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβρώματα — ἔμβρωμα that which is eaten away neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβρώματος — ἔμβρωμα that which is eaten away neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Галльский язык — Страны: Галлия Вымер: VI век …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.